Μετάβαση στο περιεχόμενο

έσω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: έσο

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
έσω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔσω[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈe.so/
τυπογραφικός συλλαβισμός: έσω
ομόηχο: έσο

Επίρρημα

[επεξεργασία]

έσω (τοπικό επίρρημα)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. έσω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. έσω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)