Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγόρασε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

αγόρασε

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγοράζω
  2. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγοράζω