αδελφώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδελφώνω < αδελφός

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αδελφώνω

  1. κάνω δυο ανθρώπους (ή δυο λαούς) να νιώθουν μεταξύ τους σαν να είναι αδέρφια
  2. συμφιλιώνω
  1. συμφιλιώνομαι εκ νέου, μονοιάζω με κάποιον
  2. συνάπτω στενούς δεσμούς με κάποιον

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]