αδρανοποιούμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδρανοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος αδρανοποιώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αδρανοποιούμαι

  • με καθιστούν αδρανή ή γίνομαι εγώ αδρανής επειδή αισθάνομαι ότι δεν μπορώ να είμαι δραστήριος ή και για άλλους λόγους, με εξουδετερώνουν, εξουδετερώνομαι
    αδρανοποιήθηκε μια υπηρεσία που πρόκειται να καταργηθεί
    όταν δεν τα πηγαίνω καλά με τη γυναίκα μου αδρανοποιούμαι και στη δουλειά, επηρεάζεται όλη η ζωή μου
    δεν άδρανοποιήθηκαν ακόμη τα χημικά της Συρίας

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]