Μετάβαση στο περιεχόμενο

αι.

Από Βικιλεξικό
Δείτε τις μορφές αι, αι., αϊ-, Αϊ-, άι, αἰ, αἱ, αἴ, αἶ, αἵ, ἀΐ, ἄι, ἄϊ, ἀϊ-

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αι. < αρχική δίφθογγος του αιώνας

Συντομομορφή

[επεξεργασία]

αι. αρσενικό συντομογραφία

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]