άι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Αϊ-, αϊ-

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άι (μόριο) < αρχαία ελληνική ἄγε, προστακτική του ρήματος ἄγω. Συγκρίνετε με το άιντε, άντε και άμε
άι (επιφώνημα) < αρχαία ελληνική αἰ/αἶ

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈai̯/ (τονισμένη δίφθογγος· συγκρίνετε με το αϊ-

Μόριο[επεξεργασία]

άι!

Επιφώνημα[επεξεργασία]

άι! συνήθως με επανάληψη, δύο ή τρεις φορές άι άι!

Μεταφράσεις[επεξεργασία]