ακομπανιατέρ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακομπανιατέρ < γαλλική accompagnateur

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακομπανιατέρ αρσενικό άκλιτο

  1. αυτός που ακομπανιάρει κάποιον στη μουσική


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]