αμφίψωμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αμφίψωμο τα αμφίψωμα
      γενική του αμφίψωμου των αμφίψωμων
    αιτιατική το αμφίψωμο τα αμφίψωμα
     κλητική αμφίψωμο αμφίψωμα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμφίψωμο < αμφί- + ψωμί + -ο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμφίψωμο ουδέτερο

  1. (νεολογισμός) (σπάνιο) σάντουιτς
    ※ «Ας πάει κάποιος να παραγγείλει ένα αμφίψωμο και, αν επιμείνει να το ζητά με αυτή την ελληνικότατη λέξη, μάλλον δεν θα φάει σάντουιτς». Όπως εξηγεί ο ίδιος, «οι αποτυχημένες προσπάθειες περιορισμού των αγγλισμών στο πρόσφατο παρελθόν, σε συνδυασμό με την αναγκαιότητα περιγραφής και όχι ρύθμισης της γλώσσας, οδήγησαν τους ερευνητές στην άποψη ότι πρέπει να αφήσουμε τη γλώσσα να ακολουθήσει τη δική της πορεία – έτσι κι αλλιώς δεν υποτάσσεται στις ορέξεις μας, δείχνοντας με τον τρόπο αυτόν εμπράκτως ανοχή στον γλωσσικό πλουραλισμό και στον γλωσσικό πολυπολιτισμό. Οι κίνδυνοι αφελληνισμού είναι άλλοι». (εφ. Το Βήμα, 8/11/2014)
    ※ Το χάμπουργκερ είναι το σήμα κατατεθέν της γρήγορης μαζικής εστίασης και ένα από τα σύμβολα του αμερικάνικου πολιτιστικού ιμπεριαλισμού. Πρόκειται για ένα αμφίψωμο (σάντουιτς ελληνιστί) με ψητό η βραστό βοδινό, που σερβίρεται με λαχανικά και διάφορα καρυκεύματα (κέτσαπ, μουστάρδα κ.ά.). (www.zougla.gr, 7/1/2014)
  2. (νεολογισμός) (σπάνιο) τοστ

Μεταφράσεις[επεξεργασία]