αγγλισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγγλισμός αγγλισμοί
γενική αγγλισμού αγγλισμών
αιτιατική αγγλισμό αγγλισμούς
κλητική αγγλισμέ αγγλισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγγλισμός < αγγλ- + -ισμός < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική anglicisme

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγγλισμός αρσενικό

  1. ιδιωματισμός της αγγλικής γλώσσας
  2. μίμηση της αγγλικής γλώσσας
  3. έκφραση που πλάστηκε κατ' αναλογία μιας αντιστοιχίας αγγλικής

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]