αμώλυα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]αμώλυα (Χρειάζεται διασταύρωση: για το μέρος λόγου, για τον τύπο.)
- (ιδιωματικό) ασυδοσία, ελευθερία κινήσεων
Πηγές
[επεξεργασία]- Κανελλάκης, Χρήστος Θ.(2010). Το Μοίραλι από το 1461 έως σήμερα. Ετυμολογικό λεξικό των πρώην Δήμων Μεσάτιδος, Φαρρών, Τριταίας, Λασιώνος Ηλείας. Πάτρα:εκδόσεις Περί Τεχνών, 2010. ISBN:978‑960-6684-64-7. σελίδα 316