αναθιβάλλω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναθιβάλλω < ανά + αθιβάλλω < αθιβολή < αντιβολή < ελληνιστική κοινή ἀντιβολή < ἀντί + βάλλω

Ρήμα[επεξεργασία]

αναθιβάλλω (ιδιωματικό)

  1. θυμάμαι, αναπολώ
  2. αναφέρω, μιλώ
  3. μνημονεύω, διηγούμαι

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]