απαγορεύσεις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

απαγορεύσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγορεύω
  2. θα απαγορεύσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απαγορεύω

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

απαγορεύσεις θηλυκό

  1. απαγόρευση, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού