αποστεώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποστεώνω < από- + οστό + -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποστεώνω (παθητική φωνή: αποστεώνομαι)

  • κάνω κάποιον ή κάτι αδύνατο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]