ασυνείδητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασυνείδητα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

ασυνείδητα

  • (κάνω κάτι) με ασυνείδητο τρόπο, χωρίς να καταλάβω ότι το κάνω
    ασυνείδητα ψηλάφισε τις τσέπες του για πακέτο τσιγάρων, παρότι τα έκοψε πριν δύο μήνες


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]