Μετάβαση στο περιεχόμενο

unconsciously

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός unconsciously
συγκριτικός more unconsciously
υπερθετικός most unconsciously

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
unconsciously < un- + consciously ή unconscious + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

unconsciously (en)

  • ασύνειδα, ασυνείδητα, χωρίς επίγνωση
    παράδειγμα  The conditions, behaviors, and patterns which happen around and within us, consciously and unconsciously, and define our lives.
    Οι όροι, συμπεριφορές και μοτίβα που συμβαίνουν γύρω μας και μέσα μας, συνειδητά ή ασύνειδα, και ορίζουν τις ζωές μας.
    παράδειγμα  He unconsciously stood up and…
    Ασυνείδητα σηκώθηκε επάνω και…

Αντώνυμα

[επεξεργασία]