αὐγάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αὐγάζω < αὐγή

Ρήμα[επεξεργασία]

αὐγάζω

  1. βλέπω
  2. παρατηρώ
  3. ατενίζω
  4. διακρίνω
  5. ακτινοβολώ
  6. φέγγω