βαθυσεβάστως
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]βαθυσεβάστως
- (αρχαιοπρεπές) με βαθύ / πολύ σεβασμό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βαθυσεβάστως
|
|
βαθυσεβάστως
|
|