βούρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βούρα θηλυκό
- χούφτα, παλάμη, δράκα
- ※ Αε-Σπυρίδων επήρεν έναν ψεμένον κεραμίτ, έσπιγξεν κι έγλυσεν α 'ς σην βούραν ατ'απέσ' (Σάββας Πορφ. Παπαδόπουλος, «Παραδόσεις - θρύλοι περιοχής Καρς», Αρχείον Πόντου 42 (1988-89), σ. 125)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Κυπριακά (el-cyp)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]βούρα
- β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βουρώ
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 «βούρα» - ⌘ Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, τῆς τε κοινῶς ὁμιλουμένης καὶ τῶν ἰδιωμάτων (ΙΛΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών, online έως το λήμμα «δαχτυλωτός». Έντυπη έκδοση: επτά τόμοι (1933‑2022) ως το λήμμα «δόγης» / ΙΛΝΕ@TLG στο Thesaurus Linguae Graecae online έως το λήμμα «δόγης» (αναζήτηση, βραχυγραφίες)