χούφτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χούφτα χούφτες
γενική χούφτας χουφτών
αιτιατική χούφτα χούφτες
κλητική χούφτα χούφτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χούφτα < φούχτα (με αντιμετάθεση συμφώνων) < μεσαιωνική ελληνική φοῦχτα / φοῦκτα < *φουκτίζω[1] < αρχαία ελληνική πυκτίζω / πυκτεύω / βοιωτικός τύπος πουκτεύω < πύκτης < πύξ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈxu.fta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χούφτα θηλυκό

  1. το εσωτερικό της παλάμης
    έκρυψε το πρόσωπο στις χούφτες του
  2. (κατ’ επέκταση) ποσότητα που χωρά στο εσωτερικό της παλάμης
    Έπιασε με το χέρι του μια χούφτα χαρτοπόλεμο και την πέταξε ψηλά.
  3. (μεταφορικά) μικρός αριθμός
    Μια χούφτα άνθρωποι όλοι κι όλοι αντιστάθηκαν στον κατακτητή

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • σκορπάει τα λεφτά με τις χούφτες: Δηλώνει πληθώρα αγαθών, σπατάλη.
  • με τρώει η χούφτα μου: Είμαι έτοιμος για καβγά.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.