βραδιάζει

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βραδιάζει < τρίτο ενικό πρόσωπο του ρήματος βραδιάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βραδιάζει (απρόσωπο) , πρτ.: βράδιαζε, στ.μέλλ.: θα βραδιάσει, αόρ.: βράδιασε

  1. έρχεται το βράδυ, πέφτει σιγά σιγά το σκοτάδι
    όταν βράδιαζε μαζευόμαστε στο καθιστικό και ακούγαμε ιστορίες από τον παππού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

βραδιάζει