βραδιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βραδιάζω < μεσαιωνική ελληνική βραδιάζω < βράδυ + -ιάζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvɾa.ðʝa.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βραδιάζω, πρτ.: βράδιασα, στ.μέλλ.: θα βραδιάσω, αόρ.: βράδιασα, παθ.φωνή: βραδιάζομαι

  1. φτάνει το βράδυ ενώ εξακολουθώ να κάνω κάτι ή να βρίσκομαι κάπου
    πήγαμε πρωινή επίσκεψη στον αδελφό μου και βραδιάσαμε εκεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: νυχτώνω, βραδιάζομαι
  2. (σε σχήμα υπερβολής, για να δηλωθεί καθυστέρηση, αργοπορία, χάσιμο χρόνου)
    έλα πια, μπες στο θέμα, βραδιάσαμε! (αργείς τόσο πολύ που βράδιασε)
  3. (στο γ' ενικό, απρόσωπο) βραδιάζει: έρχεται το βράδυ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]