αβράδιαστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αβράδιαστος αβράδιαστη αβράδιαστο
γενική αβράδιαστου αβράδιαστης αβράδιαστου
αιτιατική αβράδιαστο αβράδιαστη αβράδιαστο
κλητική αβράδιαστε αβράδιαστη αβράδιαστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβράδιαστοι αβράδιαστες αβράδιαστα
γενική αβράδιαστων αβράδιαστων αβράδιαστων
αιτιατική αβράδιαστους αβράδιαστες αβράδιαστα
κλητική αβράδιαστοι αβράδιαστες αβράδιαστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβράδιαστος < α- + βραδιάζω + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αβράδιαστος, -η, -ο

  1. που δεν φτάνει μέχρι το βράδυ
  2. (λογοτεχνία) αυτός που δεν έχει τελειωμό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ατέλειωτος
    αβράδιαστος πόνος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]