β-λακτάμες

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

β-λακτάμες < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

β-λακτάμες θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό

  1. (φαρμακευτική) επιμέρους κατηγορία των αντιμικροβιακών φαρμάκων στην οποία περιλαμβάνεται μεγάλος αριθμός τύπων πενικιλλίνων, που χορηγούνται κατά των λοιμώξεων.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]