γείνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γείνομαι < γίγνομαι ή πάντως συγγενές με αυτό, με θέμα γεν

Ρήμα[επεξεργασία]

γείνομαι

  1. γεννιέμαι και γεννώ (ανάλογα με το αν ήταν παθητική ή μέση φωνή ή ανάλογα με την εποχή του κειμένου)
    μήτηρ ἥ μ᾽ ἐγείνατο : η μάνα που με γέννησε
    πατρὶς ἥ μ᾽ ἐγείνατο
    ἐγείνατο μὲν μόρον αὑτῷ, πατροκτόνον Οἰδιπόδαν : γέννησε τον ίδιο του τον θάνατο
  2. οι γεινάμενοι: οι γονείς, ὁ γεινάμενος (πατέρας) και ἡ γειναμένη (μητέρα)