Μετάβαση στο περιεχόμενο

δέ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: δε, -δε

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δέ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *de.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : // (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: δέ

δέ (ως αντιθετικός σύνδεσμος)

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Λειτουργεί ως αντιθετικός σύνδεσμος μαζί με άλλα μόρια ή και μόνο του, πολύ συχνά σε αντιδαστολή ή σε αντιστοιχία προς το μέν

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 δείτε και το επίθημα -δε

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

δέ (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: δέ
νέα ελληνικά: δέ, δε