δηϊόω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δηϊόω < δήϊος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δηϊόω

  1. (φέρομαι όπως σε εχθρό) σφάζω, φονεύω
  2. λεηλατώ, ερημώνω
  3. σχίζω, κατασπαράζω (για θηρίο)