Μετάβαση στο περιεχόμενο

διαβίωσις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική διαβίωσῐς αἱ διαβιώσεις
      γενική τῆς διαβιώσεως τῶν διαβιώσεων
      δοτική τῇ διαβιώσει ταῖς διαβιώσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν διαβίωσῐν τὰς διαβιώσεις
     κλητική ! διαβίωσῐ διαβιώσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  διαβιώσει
γεν-δοτ τοῖν  διαβιωσέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διαβίωσις < αρχαία ελληνική διαβιόω / διαβιῶ + -σις < δια- + βιόω / βιῶ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διαβίωσις θηλυκό