Μετάβαση στο περιεχόμενο

διερμήνευσις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική διερμήνευσῐς αἱ διερμηνεύσεις
      γενική τῆς διερμηνεύσεως τῶν διερμηνεύσεων
      δοτική τῇ διερμηνεύσει ταῖς διερμηνεύσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν διερμήνευσῐν τὰς διερμηνεύσεις
     κλητική ! διερμήνευσῐ διερμηνεύσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  διερμηνεύσει
γεν-δοτ τοῖν  διερμηνευσέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διερμήνευσις < διά (δι-) + αρχαία ελληνική ἑρμηνεύω < ἑρμηνεύς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διερμήνευσις, -εως θηλυκό

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]