διολισθήσεις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

διολισθήσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διολισθαίνω
  2. θα διολισθήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διολισθαίνω

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

διολισθήσεις θηλυκό

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διολίσθηση