δυστυχώντας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυστυχώντας < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

δυστυχώντας

  1. καθώς δυστυχώ, όντας δυστυχισμένος
    Ανεργοι και οι δύο ζούσαν δυστυχώντας'

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]