ενδαγγειακά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ενδαγγειακά < ενδαγγειακός + -ά
Επίρρημα
[επεξεργασία]ενδαγγειακά
- (ανατομία, ιατρική) σε ενδαγγειακό επίπεδο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ενδαγγειακά
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- ενδαγγειακός - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]ενδαγγειακά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ενδαγγειακός