εξάρχων
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | εξάρχων | η | εξάρχουσα | το | εξάρχον |
| γενική | του | εξάρχοντος | της | εξάρχουσας & εξαρχούσης* |
του | εξάρχοντος |
| αιτιατική | τον | εξάρχοντα | την | εξάρχουσα | το | εξάρχον |
| κλητική | εξάρχων | εξάρχουσα | εξάρχον | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | εξάρχοντες | οι | εξάρχουσες | τα | εξάρχοντα |
| γενική | των | εξαρχόντων | των | εξαρχουσών | των | εξαρχόντων |
| αιτιατική | τους | εξάρχοντες | τις | εξάρχουσες | τα | εξάρχοντα |
| κλητική | εξάρχοντες | εξάρχουσες | εξάρχοντα | |||
| Ίδιες είναι οι αρχαίες καταλήξεις για τα τρία γένη: -ων, -ουσα, -ον * παλιότερος λόγιος τύπος | ||||||
| ομάδα 'τρέχων', Κατηγορία όπως «απάδων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εξάρχων < αρχαία ελληνική ἐξάρχων < ἐξάρχω < ἄρχω
Επίθετο
[επεξεργασία]εξάρχων, -ουσα, -ον
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εξάρχων αρσενικό (θηλυκό εξάρχουσα)
- (μουσική) ο μουσικός που ηγείται μιας ομάδας εκτελεστών ή ενός τμήματος ορχήστρας και συντονίζει την εκτέλεσή τους
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ουσιαστικό
Πηγές
[επεξεργασία]- εξάρχων - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
- εξάρχων - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]εξάρχων αρσενικό
- γενική πληθυντικού του έξαρχος
Κατηγορίες:
- Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'τρέχων' (νέα ελληνικά)
- Μετοχές που κλίνονται όπως το 'απάδων' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Μουσική (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)