επιτείνοντας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιτείνοντας, μετοχή ενεστώτα του επιτείνω

Μετοχή[επεξεργασία]

επιτείνοντας (επιρρηματική μετοχή)

δείτε τη λέξη  επιτείνω


Μεταφράσεις[επεξεργασία]