Μετάβαση στο περιεχόμενο

ζῴδιον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ζῴδιον τὰ ζῴδι
      γενική τοῦ ζῳδίου τῶν ζῳδίων
      δοτική τῷ ζῳδί τοῖς ζῳδίοις
    αιτιατική τὸ ζῴδιον τὰ ζῴδι
     κλητική ! ζῴδιον ζῴδι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ζῳδίω
γεν-δοτ τοῖν  ζῳδίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ζῴδιον < (ζῷον) ζῴ- + υποκοριστικό επίθημα -διον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ζῴδιον ουδέτερο

  1. μορφή, εικόνα (ζώου ή άλλη) σε μικρό συνήθως μέγεθος, σκαλισμένη ή ζωγραφισμένη
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 70
    κρητῆρα χάλκεον ζῳδίων τε ἔξωθεν πλήσαντες περὶ τὸ χεῖλος
  2. (αστρονομία) ζώδιο
      2/3ος κε αιώνας Ἀθήναιος ὁ Nαυκρατίτης, Δειπνοσοφισταί, 12, 50 , 536α, @scaife.perseus, @el.wikisource
    τὸ δὲ πᾶν ὁ πόλος ἐνύφαντο χρυσοῦς ἀστέρας ἔχων καὶ τὰ δώδεκα ζῴδια