Μετάβαση στο περιεχόμενο

ηφαιστειολόγου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

ηφαιστειολόγου αρσενικό ή θηλυκό