καβουρδίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καβουρδίζω < τουρκική kavurdı, τρίτο ενικό πρόσωπο αορίστου του ρήματος kavurmak (το δ οφείλεται σε λόγια επίδραση)

Ρήμα[επεξεργασία]

καβουρδίζω

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]