Μετάβαση στο περιεχόμενο

κακομόρφως

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κακομόρφως < κακόμορφ(ος) + -ως

Επίρρημα

[επεξεργασία]

κακομόρφως