καλλιεργειών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

καλλιεργειών θηλυκό

  1. καλλιέργεια, στη γενική του πληθυντικού