καρστ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρστ < (άμεσο δάνειο) γερμανική Karst < σλοβενική Kras (περιοχή στη Σλοβενία)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καρστ ουδέτερο άκλιτο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]