Μετάβαση στο περιεχόμενο

καρυδώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καρυδώνω < καρύδι

καρυδώνω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]