καταβρόχθισις
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καταβρόχθισις (μαρτυρείται από το 1856) [1] < καταβροχθί(ζω) + -σις
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]καταβρόχθισις θηλυκό
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ καταβρόχθισις, σελ.523, Τόμος Α΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου