κηραίνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

κηραίνω < ῥίζ. κῆρ και κατάληξη -αίνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κηραίνω είμαι ανήσυχος, έχω φροντίδες