κῆρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Κήρ

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κῆρ < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱḗr- / *ḱr̥d-

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κῆρ και κέαρ ουδέτερο

  1. η καρδιά
    ἄλλα δέ οἱ κῆρ ὥρμαινε φρεσὶν ᾗσιν, ἅ ῥ' οὐκ ἀτέλεστα γένοντο. (Οδύσσεια, σ345)
    μὰ ἄλλα στὸ νοῦ του γύριζε, ποὺ ἀτέλεστα δὲ μεῖναν. (Μετάφραση Αργ. Εφταλιώτη)
  2. (στη δοτική, επιρρηματικά) με όλη την καρδιά
    ὅν τε Ζεὺς κῆρι φιλήσῃ

Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883

ομόηχο[επεξεργασία]

η Κήρ, της Κηρός και κήρ με πεζό(η θεά του θανάτου, του ολέθρου, της καταστροφής ή ο όλεθρος και η κακή μοίρα αυτή καθαυτή)