Μετάβαση στο περιεχόμενο

κωδικοποιώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κωδικοποιώ < κώδικας + ποιώ

κωδικοποιώ

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]