λεπτύνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεπτύνω < αρχαία ελληνική λεπτύνω < λεπτός < λέπω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *lep- (φλούδα, φλοιός)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λεπτύνω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]