λιναρόσποροι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

λιναρόσποροι αρσενικό

  1. λιναρόσπορος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού