λιποτακτώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λιποτακτώ < (ελληνιστική κοινή) λιποτακτῶ
Ρήμα
[επεξεργασία]λιποτακτώ
- (για στρατιώτες ή γενικά όσους υπηρετούν σε σώματα ασφαλείας) εγκαταλείπω τη μονάδα μου
- ※ οι δικοί του τον θυμούνται ... ως τον υπαίτιο της οικονομικής δυστυχίας τους, σαν να έβαλε αυτογκόλ σε δυο κρίσιμους ποδοσφαιρικούς τελικούς: επί Δικτατορίας, που δεν αξιοποίησε την εύνοια της Χούντας που τον στράτευσε στην παντοδύναμη ΕΣΑ και αυτός λιποτάκτησε, και επί Δημοκρατίας, που δεν αξιοποίησε την αντίσταση που έκανε κατά της Χούντας (Βασίλης Γκουρογιάννης, Αναψηλάφηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- εγκαταλείπω τη μάχη
- (γενικότερα) εγκαταλείπω έναν αγώνα, μια δύσκολη προσπάθεια