μαζούτ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαζούτ < γαλλική mazout

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαζούτ ουδέτερο άκλιτο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]