μοντέρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοντέρ < (άμεσο δάνειο) γαλλική monteur < montage

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μοντέρ αρσενικό άκλιτο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]