μπλόγκερ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μπλόγκερ < αγγλική blogger • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μπλόγκερ αρσενικό άκλιτο
- ο χρήστης του ίντερνετ που έχει ανεβασμένο δικό του μπλογκ στο διαδίκτυο
- ※ Παραδείγματα τοπικών παραγόντων διαμόρφωσης της κοινής γνώμης είναι, μεταξύ άλλων, οι ηγέτες κοινοτήτων που δραστηριοποιούνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι μπλόγκερ, οι βλόγκερ, οι δημοσιογράφοι, οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, οι ΜΚΟ, οι εθελοντές και εθελόντριες της κοινότητας .. (Πρόσκληση υποβολής προτάσεων: ΕΠΙΛΟΓΗ ΕΤΑΙΡΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΩΣ ΚΕΝΤΡΩΝ EUROPE DIRECT ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (2026-2030) ED-2025-GREECE-FPA-SGA Έκδοση 1.0 01-03-2025 σελ. 10 )
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μπλόγκερ
|
|
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)